2.12.10

" Φοβάμαι τον ύπνο πιο πολύ κι από το θάνατο. Κι αυτό φοβάμαι να το πω μέχρι και στην ηχώ μου. Για αυτό με τα μάτια ανοιχτά βουτάω στη θάλασσα. Παλιά. Για αυτό μονάχα ξύπνιος ονειρεύομαι και σπάνια. Για αυτό οι εφιάλτες είναι ίδιοι μαζί μου. Γιατί τους βλέπω στον καθρέφτη. Ιδρώνω μέχρι τα νύχια των ποδιών, η πλάτη μου μουσκεύει και πετάγομαι.

Για αυτό αποφάσισα να μην ξανακοιμηθώ. Ποτέ. Δυο χρόνια το παλεύω και πάω καλά. Μένω σπίτι και κάνω μόνο αυτό που πρέπει. Δεν κουράζομαι, ούτε κοιμάμαι. Τόσο απλά. Μόνο κάθε δυο μέρες κλείνω για λίγο το ένα μάτι. Και μετά είμαι καλά. Κι αν χρειαστεί πολύ ακουμπάω για λίγο στην επιφάνεια του ψυγείου. Ή κοιμάμαι για λίγο πάνω στο περβάζι, στο σαλόνι. Δεν έχω μπαλκόνι και μένω στον πρώτο. Έτσι την πάτησα πριν μερικές βδομάδες κι έπεσα, και τώρα έχω σπασμένο αγκώνα. Τον δεξή ευτυχώς. "


Ωστόσο, ευχαριστώ που υπάρχεις. Έστω και γι'αυτές τις 3 ώρες τη βδομάδα. Ευχαριστώ που δε μιλάς πολύ και είσαι παράξενος και πολλές φορές δεν ξέρεις πως να μεταφράσεις τη γλώσσα σου στη γλώσσα μου. Και μου θύμισες και τους Modern Talking. Επίσης ευχαριστώ που είσαι καλός και τρως που και που και δε ρωτάς πολλά και που δεν υπάρχει ειρωνεία στο δωμάτιο. Κάποια στιγμή θα δείξει.

16.11.10

κι αυτη τη γαμημεεεενη 4η σκηνη...ακομα να τη γραψω.

13.11.10


Όσο ο κόσμος υπάρχει (όχι ολόκληρος, ο δικός μου μόνο) κι όσο μπορώ να κλείνω τα μάτια μου κάθε βράδι, θα πηγαίνω εκεί που πρέπει, μόνη μου.

Σημάδια στη λάσπη και σκισμένες σελίδες.

"Είναι τόσο απλό." κι εγώ ακόμα γελάω ειρωνικά.
Δεν τα καταλαβαίνω αυτά, συγγνώμη.
Δεν μπορώ να είμαι, συγγνώμη.
Δεν θέλω να είμαι, όχι συγγνώμη.

Και σήμερα έδωσα μία στο κινητό μου και το πέταξα απ'τον πρώτο. Ψάχνω ακόμα τη μπαταρία ανάμεσα στα νερά της βροχής και του θάμνους. Μη με ενοχλείτε άλλο. Μη με παίρνετε τηλέφωνο, μη με περιμένετε να έρθω να πάμε βόλτα για να πείτε ξανά τα ίδια κι εγώ να μη μιλάω για να μην ουρλιάξω "σας λυπάμαι!" Μη με παίρνετε στα σοβαρά, ό,τι μπορώ κάνω για να μην.
Και δεν ξέρεις τι να πεις και δεν ξέρεις τι να κάνεις, μα το μόνο που κάνεις είναι αυτό που ξέρεις και που πάντα έκανες. Πόσο πια; Και μην με ρωτάτε τι κάνω γιατί σας βαρέθηκα όλους. Και όσο είμαι εδώ ..

Μισανθρωπία σου λέει μετά.

Και συγγνώμη που δεν καταλαβαίνω τι σκατά γίνεται στον κόσμο "για μια αγάπη, για ένα πουκάμισο αδειανό - παρακάτωδενξέρωτιλέει"
Και συγγνώμη που δεν απολαμβάνω τίποτα περισσότερο όσο το να μένω μόνη μου.

πφ.



Είναι ζεστά στις τσέπες μου.
Άρα,όχι.

29.10.10

μια παρενθεση


και δεεεν είναι ένα απλό κομμάτι. είναι κάτι που μου που θυμίζει κάτι άλλο. κι αυτό το κάτι άλλο μου θυμίζει αυτό το κομμάτι. να κάνει κρύο και να φυσάει και να μπορώ να μυρίσω αυτό που μου έλειπε τόσο καιρό.
so happy i was invited indeed.
κι αν κάποια στιγμή τα σκάτωσα, να ξέρεις πως το κατάλαβα και δεν κοιμάμαι πια. κι αυτό που είπα, θα το κάνω. θα τα φτιάξω όλα. δεν ξέρω πως και πότε, αλλά κάποια στιγμή θα χρειαζόμαστε ένα σεντόνι. κι αυτό το γαμημένο το doo doo doo έμεινε εκεί και γελάει σαν ηλίθιο. το αγαπάω λίγο.


Lay me on the table, put flowers in my mouth
And we can say that we invented a summer lovin' torture party


28.9.10

accidental.




* Είσαι μικρός. Πολύ μικρός για να σε κοιτάξω στα μάτια. Ας γίνω ένα με μένα, ας σε αφήσω έξω, ας μπορέσω ξανά να σκύψω και να σου πω "Μηδέν φίλε μου. Μηδέν."

27.9.10

d x j 2

Στο μυαλό μου είναι όλα έτοιμα.

Σ’ έπλασα άσχημο, κακό, εγωιστή κι όχι δικό μου.

Ίσως και λίγο ψεύτη, έως πολύ τελικά, για να μπορώ να σε στέλνω στο διάολο τις Κυριακές που βρέχει.

Τίποτα.

Όλα τελικά καταλήγουν σ’ ένα μηδενικό σημείο – και πολύ λέω.

Συναισθήματα στιγμιαία και μετά απέχθεια. Κύκλος σωστός. Πάντα κύκλος.

Χρώματα διακεκομμένα, θάρρος λειψό, λόγια πολλά φυσικά, απόσταση τεράστια και πάλι βρέχει.

Όχι, δεν είναι ευχάριστο.

Και σε σκοτώνω λίγο λίγο κάθε μέρα, μέχρι να μην υπάρχει τίποτα δικό σου μέσα μου και γύρω μου.
Τα αρνητικά βοηθούν στο να σε σκοτώνω λίγο πιο βίαια. Μου αρέσει, δεν στο κρύβω.

« Πάντα ζητούσα ν’ ακούσω αυτά που δεν ήθελα, για να μάθω να τα διαχειρίζομαι και κατέληξα να μην μπορώ να ακούσω αλήθειες ή όταν τις άκουγα να ψάχνω πάλι να βρω το λάθος για να διώξω τα πάντα. Άφησέ με ήσυχη και φύγε, μπορείς; »

Μπορείς.

Αλλά δεν θες. Είναι η πρώτη φορά που κοιτάζεις τα ‘θέλω’ σου κατάματα και προσπαθείς να τα αγαπήσεις όσο είναι καιρός, γιατί βλέπεις πως το φιλμάκι σιγά σιγά σαπίζει και δεν θα προλάβεις να εμφανίσεις τίποτα.

Και με παρακαλάς να σου ζητήσω να φύγεις.
Και υπόσχεσαι πως αν το θέλω πραγματικά, θα το κάνεις και θα φύγεις και δεν θα κοιτάξεις πίσω και θα ξεχάσεις τα πάντα σε μια στιγμή.

Ποιος έχει το κουράγιο να το ζητήσει; Ποιος μπορεί να σταματήσει το χρόνο και να σπάσει κάθε κύκλο στα τέσσερα; Εσύ όχι. Ούτε κι εγώ.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα πόσο δειλός υπήρξες. Ποτέ, μέχρι σήμερα. Μέχρι πριν λίγες ώρες που αναρωτήθηκα πόσο καιρό σου’ χει πάρει για να ζητήσεις κάτι που θες. Τόσα χρόνια μετά, είμαι ακόμη στο ίδιο σημείο, στην ίδια μειονεκτική θέση που εσύ ο ίδιος μας έβαλες – και με κοιτάς με βλέμμα χαμένο και ψιθυρίζεις «πάρε με από δω» ..κι όντως περιμένεις να απλώσω το χέρι μου και να σε τραβήξω μακριά από τα όσα σε ζητάνε. Δεν θα το κάνω. Έχω τελειώσει μ’ αυτά.

Το ξέρεις πως ο χρόνος παίρνει μαζί του όσα κρύβεις για να σταματήσεις να τα σκέφτεσαι, να τα ξεχάσεις και να μην τα βιώσεις ποτέ. Το ξέρεις. Πάντα ήξερες τα πάντα, μα ποτέ δεν έμαθες τίποτα. Δεν υπάρχει καμία αποκάλυψη, τίποτα πια φωτεινό και το μπλε γίνεται μαύρο όσο πάει. Μπορείς να μείνεις εκεί, να το αγκαλιάσεις, να το βιώσεις. Αυτή τη φορά μόνος σου.

~ Οι πλευρές είναι ίδιες, έτσι;

Μου φαίνονται ίδιες. Ωστόσο, τίποτα δεν αλλάζει. Κάθε μέρα που περνά, διώχνεις την ομίχλη, καλύπτεις το πρόσωπό σου με τα χέρια σου και κλείνεις τα μάτια, από φόβο μήπως δεις κάτι πιο όμορφο απ’ όσο το φαντάστηκες. Τι να το κάνεις αν δεν είναι στα μέτρα σου; Οι άνθρωποι φεύγουν, κανείς δεν θα μείνει δίπλα σου αν δεν θέλει και δεν το αξίζεις. Γέφυρες είναι οι σχέσεις. Κι εγώ έκαψα τόσες πολλές για να είμαι μαζί σου. Τίποτα δεν αλλάζει σου λέω. Όσα διώχνεις, πάλι πίσω γυρνάνε. Όσα είσαι, ποτέ δεν είναι εκεί κι όσα ζητάς είναι στα χέρια σου, μα τα χέρια σου τα έχεις τόσο κοντά στο πρόσωπό σου, που πια δε τα βλέπεις. Επαναλαμβάνω: Το οξυγόνο είναι πολύτιμο αγαθό.


20.9.10

it manifests as 'snow'

“Κι αν ήθελα να παγώσω τη στιγμή, θα το έκανα κι ύστερα θα την έσπαγα σε 10,616 κομμάτια για να’ χω τη δυνατότητα να τα βιώσω ξανά ένα ένα.”
είπε και άρχισε να ψάχνει για χαρτάκια πάνω που υποτίθεται είχε κόψει το ρημάδι το κάπνισμα, ενώ παράλληλα παρίστανε την αδιάφορη.
Ο φόβος.
Η έκθεση.
Πάντα εκεί, δίπλα της, να της κρατάνε το χέρι σε κάθε στιγμή και της φωνάζουν πως τίποτα δεν είναι σωστό αν δεν λάβουν μέρος. Δεν υπήρχε μουσική πια στο δωμάτιο και ξαφνικά οι τοίχοι στα μάτια της ήταν απογυμνωμένοι από κάθε είδους φωτογραφικό μνημείο.
Το μαυσωλείο είχε πια γκρεμιστεί.
Εκείνος καθόταν απλά και την άγγιζε. Για πρώτη φορά όχι πρόστυχα, μα πιο ερευνητικά. Μάθαινε τις γραμμές του ραγισμένου κορμιού της κι έψαχνε να βρει νόημα σε όλο αυτό το μπάχαλο, καθώς οι λέξεις δεν έφταναν κι όσες υπήρχαν, πνίγονταν σε μια προσπάθεια επεξήγησης που ποτέ δεν λάμβανε ύλη.
Τον κοιτούσε και προσπαθούσε να διαλέξει μια στάση πάνω στο θώρακά του. Μια στάση που θα της φαινόταν όμορφη κι αρκετά πράσινη για να κρατήσει όσα της είχαν μείνει. Οι εκφράσεις του ήταν στατικές. Τα μάτια του κοιτούσαν ψηλά και μύριζε τον αέρα μέσα στα μαλλιά του. Ήταν όσα ζητούσε. Υπήρχαν εκεί. Όλα. Αν τα ήθελε ήταν δικά της, μ’ ένα μόνο νεύμα της. Τα ήθελε όμως;
Ο φόβος.
Η έκθεση.
Πάντα εκεί, δίπλα της.
Πάντα εκεί, μέσα της.
Τα χέρια του αφέθηκαν. Έπεσαν αναίσθητα πάνω στο κρεβάτι και τα σεντόνια έγιναν το περίγραμμά τους.
Μία κόκκινη γραμμή.
Μια μπλε γραμμή.
Μία κίτρινη γραμμή.
Μία πράσινη γραμμή.
Μία πορτοκαλί γραμμή.
Μία γαλάζια γραμμή.
Μία ροζ γραμμή.
Μία μαύρη γραμμή.
Μπερδεμένες. Όλες μαζί. Κάπου οδηγούσαν όλες μαζί. Κοινός προορισμός. Εκεί που ποτέ δεν θέλησε να παραδεχτεί ότι ανήκει. Το ήξερε. Εκείνος το ήξερε. Είχε την θέληση και το ψυχικό σθένος να την μετακινήσει. Να πάρει την ύπαρξή της, να την βάλει σ’ ένα κουτί, να τη σφραγίσει καλά και να την μετακομίσει στην άλλη άκρη της υδρογείου. Θα άφηνε μόνο δυο, τρεις μικρές τρύπες για να μπορεί το οξυγόνο να βιάζει τους πνεύμονές της όταν υπήρχε κοινή θέληση. Τα χέρια του ήρθαν σε τέλεια αρμονία με το πρόσωπό του. Όμορφο θέαμα για να το χάσει κάποιος. Ο φωτισμός βοηθούσε άλλωστε στο να αναδειχθούν οι πρώτες του ρυτίδες και τα σχέδια που είχε χαράξει πάνω του η κάθε γυναίκα που είχε στη ζωή του. Σήκωσε τον δείκτη του και στόχευσε ένα άστρο κολλημένο στο ταβάνι του δωματίου, χρόνια ξεχασμένο από βλέμματα και εικόνες. Δεν φώτιζε πια. Δεν υπήρχε λόγος να φωτίζει πια. Άγγιξε τον αστράγαλό της και γέλασε. Δεν υπήρξε λόγος να ειπωθεί κάτι περισσότερο. Πέρασε αρκετή ώρα σιωπής.
“Δεν θα σου λέω πια «σ’ αγαπάω». Θα σου λέω «γλούτσου» γιατί το «σ’ αγαπάω» δεν χωράει μέσα του όσα νιώθω. Θα βρω καινούριο λεξιλόγιο γι’ αυτά που θέλω να σου πω. Δεν ξέρω αν το «γλούτσου» είναι ρηματικός τύπος, δε με νοιάζει. Εγώ αυτό θα λέω.
Και ύστερα ακούστηκε θόρυβος.


8.9.10

Πεταμένη jazz.

Στάσου μια στιγμή δίπλα στο παράθυρο. Άσ’τα όλα να φύγουν. Όσο πιο μακριά γίνεται. Στάσου εκεί κι άσε με να σε κοιτάζω. Να απομνημονεύσω κάθε σκιά σου, κάθε γκρι της φωνής σου και κάθε σπασμένη κλείδωση του μυαλού σου. Θα προσπαθήσω να τα φτιάξω όλα απ’ την αρχή, σα να τα είχες φυσήξει εσύ από το πιο αγαπημένο σου λιμάνι – που τα στέλνεις δεν ξέρω, μα θα’ θελα να’ μαι στο κάπου εκεί να τα υποδεχτώ και να τα λούσω με κρασί κόκκινο και φωνές δυνατές, εκνευριστικές και βιασμένες με κάθε έννοια. Στάσου μια στιγμή δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Διέταξε τη βροχή να περάσει μέσα, να ξαπλώσει στα πόδια μου και να ξεπλύνει όσους φόβους δεν ένιωσα ποτέ. Και θα ακουστούν μπάσοι πυροβολισμοί με στόχο τις σκέψεις μας και μόλις οι σφαίρες τις διαπεράσουν, κόκκινα πουλιά θα απελευθερωθούν και θα βρουν το δρόμο του γυρισμού – ο άνεμος δεν είναι πια όσο παγωμένος ήταν, καταλάγιασε κάτω απ’ τα εμπόδια που έστησε ο καιρός του αφυδατωμένου γαλάζιου. Πάρε το χρόνο σου, όσο χρόνο χρειάζεσαι, για να κάνεις μια πλήρη περιστροφή γύρω από μένα. Το σύμπαν θα ελαχιστοποιηθεί σε σημείο αηδίας. Τα σημεία σύντμησης θα εξαφανιστούν κι όλα θα’ ναι διάφανα, ίσως και ξεκάθαρα για πρώτη φορά. Μόνο τότε θα μπορέσεις να παραδεχτείς πως η ύπαρξή σου ήταν πλήρης μοναχά τις στιγμές που σου έκλεινα τα μάτια και σου ζητούσα να μαντέψεις ποιος χρώμα είμαι σήμερα. Θα υλοποιήσω όσα δεν μπορείς να κάνεις κι όσα ποτέ μου δεν φαντάστηκα και το 2 θα σταματήσει να υπάρχει. Μπορείς να παίξεις τρίλιζα με τα βλέμματα που ανταλλάζω αν θες, μα να ξέρεις πως η νίκη είναι μακριά σου. Και μετράς την ηλικία σου με χειρονομίες δικές της και χαράζεις γραμμές στο πρόσωπό σου για να δείξεις πως μπορείς να περάσεις στην άλλη πλευρά, εκεί που μπορείς να σβήνεις τα τσιγάρα της πάνω σου και να μη νιώθεις πόνο, μα μόνο δέος στη θέαση μιας καινούριας πληγής που καταμαρτυρά τα χλωμά και τ’ αφημένα εκατοστά νερού που ξεπερνούν το ύψος σου. Χάνεις ξανά τις αισθήσεις σου μέσα στο χάος που αποκαλείς «εαυτό». Δε σε νοιάζει, έχεις μάθει να ζεις λειψός – οι μισές χορδές σου σπάσανε έτσι κι αλλιώς κι ό, τι τραγούδι προσπαθείς να πετάξεις, πάσχει από κάποιου είδους αναπηρία φανερή ή όχι, στο αυτί του κάθε νευρολογικά διαταραγμένου. Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση το τσιγάρο αυτό να τελειώσει πριν τελειώσει η ανάσα μου σ’ αυτή την “ιστορία”, γι’ αυτό σου λέω.. στάσου μια στιγμή δίπλα σ’ αυτό το παράθυρο κι άσε με να σε κοιτάξω γιατί πρέπει να έχω κάτι να ξεχάσω μόλις το φως γίνει εκτυφλωτικό και με πονέσει μέχρι και στο τυφλό μου σημείο. Προσπάθησε να μείνεις για λίγο ακίνητος, πρέπει κάπως να σε πετύχω. Κι αν έρθει η συντέλεια απόψε, θέλω να παίζει το dead flag blues στις όσες στροφές θέλεις και να χύσεις λιωμένο κερί πάνω μου για να νιώσω τον καυτηριασμό εντός κι εκτός μου.


7.9.10

ανέβα εσύ τον τοίχο & θα γελάω από κάτω μόνη μου.

...Για ολα τα παραπανω λοιπον ερχεσαι στο απελπιστικο σημειο - για σενα - να υποπεσεις στην αναγκη μου και να μου ζητησεις να κρατησω καλα φυλαγμενους ολους τους απογονους των συνειρμικων σου σκεψεων ετσι ωστε να μην ερ8ουν σε επαφη με το πραγματικο υπαρξιακο τους αιτιακο πλεγμα, απο φοβο δικο σου μηπως υπαρξει ακομη μια επομενη κα8ως και ανεπι8υμητη αναπαραγωγη.

Τελος αντιδρας με τον τροπο που παντα η8ελες να αποφυγεις, συνειδητοποιεις δηλαδη πως εισαι απλα ενα κοινοτoπο, τετρημενο και ρηχο συνειδησιακα ατομο που κα8ημερινα φοραει το ιδιο τυπικοτατο χαμογελο για να ξεγελασει το περιβαλλον του κα8ως και τον ιδιο του τον εαυτο στο οτι μπορει να αντιμετωπισει τις καταστασεις της ζωης του εστω και με το ελαχιστο ψυγμα 8ετικισμου.
Εισαι απολυτα μονος σου και το δηλωνεις πλεον διχως φοβο διοτι ειναι το μοναδικο πραγμα που μπορεις να πιστεψεις με ολη σου την ψυχη.
Αλλωστε.. απο εκει ανεβλυσαν ολα.

* κι αν ακούσω ξανά radiohead να κάτσω να με γαμήσεις.

6.9.10

To Crawl Under One's Skin

Ο χρόνος κυλά βασανιστικά.
Τα λεπτά φαντάζουν αιώνες.
Η μορφή σου αλλάζει, όσο αλλάζει θέσεις και το φεγγάρι μέχρι να πάει για ύπνο.
Πόσο χρόνο χωρά η δευτερολεπτική σου κίνηση;
Πόση σιωπή σ’ένα λεπτό;
Μετράς.
Πάντα μετράς.
Αντίστροφα πολλές φορές.
Χάνεις. Τα μικρά. Τα σημαντικά.
Σιχτιρίζεις το χρόνο. Τα έχασες.
Οι δείκτες μεγαλώνουν – όπως είπες.
Μας πλακώνει η αναμονή.
Οι σκέψεις συμπιέζονται.
Οι λόγοι δεν έχουν λόγο.
Οι σκηνές δεν χωράνε.
ΔΕΝ χωράνε ρε πούστη μου!
Ο χρόνος είναι και πάλι στη γωνία.
Φωνάζει τ’ όνομά σου. Πάντα αυτό φώναζε.
Πολλές φορές, στέκεται απλά και με κοιτάζει.
Μου δίνει στα χέρια το τετράδιο που γράφω τις φράσεις σου.
Αυτές τις πρώτες με τα αιτιακά πλέγματα, με την ανόητη έννοια της συγχώρεσης και με το «έχεις το διαπεραστικό βλέμμα του ιατροδικαστή.χαχα».
Όλα αυτά τα ηλίθια που ποτέ δεν παραδέχτηκες και ποτέ δεν προσπάθησα.
Κι αλλάζεις όνομα για να σε μετράει ο χρόνος δυο φορές, να προλάβεις να τα κάνεις όλα.
Να προλάβεις.
Να τα κάνεις όλα.
Και φοβάσαι.
Γιατί από αυτό το υπέροχο αφηρημένο κάτι, μπορεί να γίνεις ένα συγκεκριμένο τίποτα.
Σε τρομάζει το τίποτα.
Δεν είναι μετρήσιμο το τίποτα.
Πόσα τίποτα χωράνε στο χρόνο μου;
Μην στριμωχτείς, προσπαθώ.
Είναι δύσκολο όμως, ο χρόνος πιέζει, το ξέρεις.

Κι έχεις χρόνο.
Και δεν γράφεις όλα αυτά που θα έπρεπε να γράφεις.
Παρά μόνο μια πρόταση, κι αυτή συναισθηματικά μισή.
Και πρέπει να ξοδέψω τα λεπτά μου με το να παρακαλώ θεούς και δαίμονες (δαίμονες μόνο.θεοί δεν υπάρχουν, face it) για να εκμεταλλευτείς τα πάντα γύρω σου, μέσα σου, πάνω σου.
Ο χρόνος τελειώνει.
Κουράστηκα.
Η κατάσταση είναι άρρωστη και δεν πάει για πολύ αυτό το θέατρο.
Ο χρόνος πιέζει.
Πόσα τίποτα χωράνε στο χρόνο μου;
Γίνε κάτι.
Πάρε ένα ρόλο.
Ο χρόνος πιέζει.
Κι η μορφή σου αλλάζει. Γρήγορα. Πολύ γρήγορα.
Και δεν μοιάζει σ’αυτό που ήξερα κι έβλεπα.
Αυτό που ήξερα κι έβλεπα το κατέστρεψα είπες.
Πως σε λένε επιτέλους και ποιος είσαι;

Ο χρόνος πιέζει.






[ & για να ξεκαθαρίσω κι αυτό που ρωτάτε. ΌΧΙ, δεν περιγράφω κάποιο πρόσωπο εδώ μέσα. Το βλογ αυτό δεν είναι μαυσωλείο, συγγνώμη για το ξεβόλεμα. Οι έννοιες είναι αφηρημένες, τα πρόσωπα θολά και οι λέξεις ασήμαντες. Ευχαριστώ. ]

29.8.10

"...όταν ο ξένος δίπλα σου ξυπνά."

--> --> -->
Σταματά η Γη να γυρίζει.
Ξεκινάς εσύ να στροβιλίζεσαι.
Πιστεύεις πως θα βρεθείς σύντομα εκεί, στην προστασία του σπιτιού που ποτέ δεν είχες.
Στο Βορρά, όπου ο ήλιος ανατέλει πιο αργά και τα ελάφια τρώνε ψυχές για βραδινό.
50,000 νησιά κι εσύ ακόμα αιωρείσαι πάνω από διαχωρισμούς κι αλάτι – κακό σημάδι καθώς λένε.
Ξύπνησες κι ακόμη ήθελες να γυρίσεις πίσω, εκεί όπου όλα είναι δύσκολα κι αδυνατείς να καταλάβεις πόσες συνάψεις σου λειτουργούν και με τι χρώματα υφαίνονται τόσο βαριές κουβέντες σ’ένα χρόνο τόσο ραγισμένο σαν αυτόν.

22.8.10

Αποθηκεύστε τα ψαλίδια σας.



Να πέφτω στο κρεβάτι και να κρατάω μια γουλίτσα χώρο κι ένα δεύτερο σεντόνι.
Να φοράω τις μπλούζες μου μακριές και σκισμένες και να μη με νοιάζει.
Να χορεύω και να τραγουδάω στο αμάξι όποτε ακούω brandon flowers.
Να μπορώ να φύγω, αλλά να' μαι κ εδώ και να το ξέρω.
Να με περιμένει ένα πεντάγραμμο στη γωνιά του δωματίου και να μου ψιθυρίζει λόγια με το delay στο Θεό.
  • Σ'ευχαριστώ που μου δίνεις τη δυνατότητα να κοιμάμαι ξανά, να λέω "ευχαριστώ", να ακούω, να δείχνω, να δίνομαι, να δημιουργώ και να χαμογελάω όταν μυρίζω μυρωδιά άλλη στα ρούχα μου εκτός απ' τη δική μου.

21.8.10

Ημέρα τάδε _ 4,25


Κοίταξε γύρω της και αντίκρισε τα απομεινάρια της χθεσινής βραδιάς.

Ένιωθε τη σάρκα της κομματιασμένη και πεταμένη στις σκονισμένες γωνιές του δωματίου της. Στο κεφάλι της ηχούσαν ακόμα τα λόγια Του: «Δεν γίνεται. Θέλω, μα δεν γίνεται. Πρέπει να με καταλάβεις. Θέλω. Μα δεν γίνεται.» . Σηκώθηκε από το κρεβάτι, στάθηκε στα πόδια της και για μια στιγμή… προσπαθούσε να αποφασίσει ποιο από όλα του κορμιού της τα σημεία την πονούσε πιο πολύ. Δεν είχε χρόνο.

Τα μάτια της είχαν αντικρύσει το κενό που άφησε πίσω της η βαριά ξύλινη πόρτα καθώς έκλεινε. Είχαν αντικρύσει για τελευταία (ίσως) φορά τα χέρια του να καλύπτουν το κεφάλι του σαν ξέσπασμα προστασίας προς τις παρθένες σκέψεις του. Τα αυτιά της είχαν ακούσει τις φωνητικές του χορδές να σφαδάζουν από τον πόνο της ψυχής των. Τίποτα δεν ήταν όπως πριν. Η μυρωδιά Του ήταν ακόμη στο χώρο και εκείνη έψαχνε εναγωνίως μια αιχμηρή γωνιά να κρεμάσει προσωρινά την καρδιά της από φόβο πως αν ένιωθε τόσο έντονα για λίγο ακόμα τα πάντα γύρω της, θα γινόταν θρύψαλα, τόσο μικρά που ούτε το γυμνό μάτι δεν θα τα έπιανε μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσουν την ειρωνεία της κατά τα άλλα βαρυσήμαντης ύπαρξης της. Συνέχισε για λίγο να περιφέρει το κουφάρι της στο χώρο όταν σταμάτησε μπροστά από τον καθρέφτη της και παρατηρούσε το είδωλο της με έκπληξη. Κοιτούσε προσεκτικά. Έβλεπε εκείνη ή τέλος πάντων όσα είχαν απομείνει από κείνη. Αν κοιτούσε όμως πιο προσεκτικά, μέσα της αναφαινόταν Εκείνος σαν ένα ολόγραμμα επιθυμιών που γεννιόνταν από τα ενδότερα της ψυχής της.

«Πράξη πρώτη, λήψη πρώτη.» ,

ψιθύρισε και ύστερα έγδυσε το σώμα της και κάθισε στο απροστάτευτο πάτωμα. Σταύρωσε τα πόδια της, έλυσε τα μαλλιά της και προσπάθησε να συγκεντρώσει την ύπαρξη της [σε ένα σημείο πάνω στη χρονική γραμμή που διένυε.] για να σκεφτεί τι θα μπορούσε να κάνει από δω και πέρα.



**και συνεχίζεται.

13.8.10

Τον κύκλο που λέγαμε τον θυμάσαι;
Είναι κλειστός.
Είσαι στη μέση. Μόνος σου.
…κι όταν ο καιρός περάσει και τ’ οξυγόνο τελειώνει, πίστεψέ με, θα με ευγνωμονείς.

9.8.10

" Ακινησία "

" Πολύτροπου καημού η διαφορά
την αλλαγή παρηγορητική δε γνωρίζει.
Ακινησία απαίσια, βαρύτατη υλική.
Μωρία μου, τιμωρία εμμένουσα,
όταν δε μπορώ να υπάρχω αφαιρούμενη
από το νόημα, μυστική πεθαμένη
ανεξήγητη
με αμετάδοτη την ορμή, τη σημασία ασήμαντη. "

6.8.10

- 6


Θα γυρίζω γύρω σου, σα να’ σαι ο άξονάς μου.
Θα γυρίζω αργά.
Ύστερα πιο γρήγορα.
Και πιο γρήγορα.
Κι ο κόσμος θα ζαλιστεί και θα πέσει.
Και πίσω του θ’ αφήσει γαλάζια σκόνη .
Και μουσική.


[ image credits : beloved wirrow.]

5.8.10

«Γιατί πέφτουν τ‘ αστέρια;
Δεν κρατιούνται καλά;»


Και με κοιτάζεις. Περιμένεις απάντηση. Και κλαις. Και λες πως όσα πέφτουν είναι για μας και για να πραγματοποιηθεί η δική μας ευχή. Και ξέρω πως είναι αληθινό, γιατί δεν μου το λες εσύ, μα το παιδάκι που με κοιτάζει και δεν φοβάται τίποτα και κανέναν. Το παιδάκι που έχει τα χεράκια σταυρωμένα και μυρίζει τη θάλασσα.

Και τα βράδια με σκεπάζει μ’ ένα τραπεζομάντιλο λευκό και με κοιτάζει να κάνω γκριμάτσες. *only every night*
Δεν ξέρω τι ευχήθηκες – δεν θέλω να μάθω.
Απλά.. προσπάθησέ το. σε παρακαλώ.



[ image credits: beloved wirrow. ]

22.7.10

0952


Στις χορδές να χάνεσαι.
Στα λόγια που πάντα θα είναι λίγα κι άσχημα.
Στο βλέμμα το υγρό που σε μουδιάζει και σε διατάζει να γίνεις καλύτερος και πιο όμορφος και πιο άσχημος και πιο εσύ και πιο μαζί.
Στις γωνίες του χώρου που βρίσκεσαι,
__________στις ρόδες 10 τετραγωνικών που σε πάνε στο "εμείς".
Στη γκρίνια του "χωρίς καφέ".
Στο φόβο του ότι ο Ιονέσκο θα σε ξυπνά κάθε πρωί με φωνές και κλάματα για τον παράλογο αυτό κόσμο, το παραθυρόφυλλο θα μείνει κλειστό και η μουσική θα είναι η μόνη σου ανάμνηση της στιγμής που θα βρεθεί και πάλι σε δεύτερη μοίρα, γιατί η μυρωδιά είναι πάντα αρχόντισσα και των δώδεκα πυρήνων.
Κι ο ουρανός που κοιτούσες ιδιοποιήθηκε τις πληγές σου και τις κατέθεσε στο δικό του δέρμα.
Κοιτάς με έκπληξη, ανυπομονείς, θα (τον) πετύχει!
Αλλάζεις χρώματα και περιμένεις την Αλίκη για να χαθείς στο όνομά της.
η αγαπη ξεκινα.η αγαπη τελειωνει.
Το μυαλό είναι εκεί, τα χαρτιά μου, η πηγές μου κι εσύ που ποτέ δεν έχεις μορφή, παρά μόνο όταν ξημερώνει και φοβάμαι τη θάλασσα. Δεν σε κατάλαβα, δεν πίστεψα. Δεν μπόρεσα να προσπαθήσω. Η ανάσα χώνεται ξανά κάτω απ'το σεντόνι κι όσα υπέθεσα γυρνούν στο σπίτι με τα πόδια.
"Δεν μοιράζομαι το κρεβάτι μου πια και μου αρέσει. Μπορώ να γίνω τα πάντα και θα το κάνω. "
Πάντα λάθος στόχοι, πάντα θυσίες που δεν ξέρουν την λέξη "ανιδιοτέλεια".
Η ύπαρξη είναι τόσο σύντομη που δεν έχει χώρο για παρενθέσεις.

16.7.10

4,50 επί εθνικής.

Τελικά κάποιοι άνθρωποι δεν έχουν καν την δεξιότητα να διαχειριστούν τον εαυτό. Δεν θέλω καμία επαφή με τέτοια άτομα, ευχαριστώ. Η σειρά ήρθε, τη βλέπεις; Είναι και πράσινη. Και λίγο μπλε. :)
Εγώ θα μπω.
Μην με κοιτάζεις άλλο,δεν θα δεις τίποτα γνώριμο και ζαχαρί. Τα συναισθήματα έφυγαν. Είσαι εξωτερικός παράγοντας. Έγινες μόνος σου. Δεν θέλω να αλλάξει. Σου αξίζει. Πλήρως.
Είμαι ήδη εκεί.

Και είναι τόσο όμορφα που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια.

11.7.10

16,5



Τη μυρωδιά σου.





8.7.10

επεξεργασία.


«Συγγνώμη για όλα.»
…Εντάξει τώρα;

26.6.10

λεμονόκοσμος.

Η ισορροπία επανήλθε.
Όλα είναι μουσική.
Κι όσα δεν είναι,θα γίνουν!
Να μυρίσω ξανά τον αέρα σε live των the national κι ας είναι και στην άκρη της γης.
Να μυρίσω τον αέρα αυτόν και να μπορώ να πω ότι είμαι η μουσική τους.


Σήμερα, είναι η μόνη μέρα που δεν με ενοχλεί ο ήλιος.

25.6.10

το τέλοσ στο σαλόνι

δεν άντεξε την τόση ευτυχία


κι έφυγε.


αν είναι να αφεθεί κάπου, θα είναι εκεί που βρέχει συνέχεια κι ο κόσμος δεν καταλαβαίνει ελληνικά.
αν είναι να αφεθεί κάπου, θα είναι εκεί που μπορεί να καταλάβει το έδαφος και τα χρώματα.
αν είναι να αφεθεί κάπου, θα είναι εκεί που οι αισθήσεις της μπερδεύονται με μυρωδιές και μελάνι.

*πτώση.

αν είναι να αφεθεί, θα το κάνει μόνη της.

*έδαφος.χτυπά το έδαφος.

δεν ξέρει το πότε, ξέρει ότι θα έρθει η στιγμή. δεν είναι μακριά. αν δεν κάνει αυτό που πρέπει,θα πάει εκεί.για όσο.δεν ξέρει πότε.δεν ξέρει πόσο.

*πτώση.πτώση ξανά.δεν υπάρχει έδαφος.μόνο κενό.ιριδίζει η μορφή της πάνω στα παλάτια των σπονδυλωτών.χάνεται μέσα στο χάος.τα αστέρια δεν υπάρχουν,τα κατέβασε χθες βράδυ.πτώση.εκκρεμότητες.ταξίδια και μορφές.χάθηκαν όλα.είμαι μια τελεία που δεν έχει θέση.κι όταν η τελεία δεν έχει θέση σβήνεται για να συνεχιστεί(ς) κάτι άλλο.επιβίβαση.πτώση.αγαπάω τα τσιγάρα μου γιατί μετά από έναν καπνό, ο λαιμός μου πονάει τόσο που δεν μπορώ να μιλήσω.δεν μπορεί άλλο να κοιμάται μόνη της.δεν κοιμάται πια..δεν μπορεί.λίγη ανιδιοτελή παρέα θέλει.χωρίς να το ζητήσει.γειά.

Boundaries (3:56)

πειραματικοί διάλογοι είμαστε όλοι. εκεί κατέληξα μετά από όλα αυτά. πειράματα λέξεων που κάθονται δίπλα δίπλα και κάνουν αστεία μεταξύ τους σε φάση "χα,μαλάκα αυτή τα πιστεύει όλα!". το πιο οικτρό είναι ότι ποτέ δεν ήμουν σε θέση να πιστέψω λέξεις κι όμως ήμουν ένα από τα πιο πετυχημένα πειράματα,ευχαριστώ.

"καιρός να το κάνεις"

προσπαθώ.μη φύγεις.αλήθεια προσπαθώ.και είμαι μόνη μου σε όλο αυτό από δική μου επιλογή,μα αλήθεια προσπαθώ.και θα πάμε και στην παραλία και τ'αστέρια θα'ναι λαχανί.απλά μίλα μου και δώσε μου μια νότα για να ξεκινήσω από κάπου.

21.6.10

η πτήση 442.


Καλά, προφανώς και δεν ξέρω τι μου γίνεται. Τις μόνες στιγμές που ήξερα τι μου γινόταν και τι πραγματικά ήθελα, τις έχω ξεχάσει και δεν μπορώ για κανένα λόγο να ανακαλέσω. Το μόνο που βλέπω είναι τρένα. Τρένα που φεύγουν. Τρένα που πάνε εκεί που ζω στο μυαλό μου. Τρένα που μέσα δεν έχουν εσένα. Ούτε κι εμένα φυσικά. Τρένα άδεια. Και ξυπνάω. Και τα τρένα έχουν φύγει κι εσύ είσαι μέσα κι εγώ πάλι πίσω μένω.
- τελικά ναι. τα δύο ζολόφτ τη μέρα κάνουν καλό. να'ναι καλά η όλγα, ειλικρινά. -
Ωστόσο και πάλι μόλις κλείσω τα μάτια μου, επικρατεί η ίδια κατάσταση. Δεν θέλω να κοιμάμαι, παρακαλώ.. Δεν μπορώ, φοβάμαι.. Και φοβάμαι να σου μιλήσω. Φοβάμαι να σου πω τα πάντα. Σε φοβάμαι.. Και με σκοτώνει όλο αυτό καθημερινά και με αφήνει στο κενό και μου παίρνει μακριά και τη μουσική που όσο πάει και τη σιχαίνομαι, μα την ακούω μόνο και μόνο επειδή αυτή η νεκρική σιγή είναι πιο εκνευριστική κι από μένα.
Και προσπαθώ να σκεφτώ αν μπορώ να κάνω κάτι μακριά σου, αλλά μετά δεν μπορώ να προσδιορίσω καν ποιό είναι αυτό το "μακριά σου" και αν είσαι "σου" ή "μου". Σου. Ε,ναι.
Η ιστορία έχει το τέλος. Εγώ δεν έχω καν την αρχή πλέον.. Παρόν δεν υπάρχει. Μόνο ένα κουτί πράσινο ντυμένο με νότες ριβερμπιασμένες, βιβλία παράξενα, άμμο, ένα μπλουζάκι arms & sleepers που έχει γίνει δεύτερο δέρμα, αλκοόλ και 2 ηρεμιστικά να βρίσκονται, γιατί έχουμε πέσει και στην ανάγκη τους. κι όχι δεν είναι μίρλα όλο αυτό και χέστηκα και αν θα το διαβάσει και κανείς,απλά θέλω να το βλέπω καθημερινά και να αφομοιώνω εμένα. Περιμένω εσένα πλέον. Με κούρασα. Δεν μπορώ να (σου,μου) κάνω τίποτα άλλο πια. Αποχωρώ. Κι όσα είναι να γίνουν θα γίνουν μέχρι τον Δεκέμβριο. 6 μήνες υπομονή λοιπόν.. Υπομονή ναι. Αποχωρώ όμως γιατί δεν έχω άλλη,ειλικρινά. Αποχωρώ. Γενικά.-



18.6.10

miner than miner's miner.

" Τα λουλούδια της αυγής θα ανθίσουν και πάλι τον Ιούνη.
Το κρασί ρέει στις φλέβες του Χειμώνα και δυο μάγισσες κλέβουν μήλα από τον κήπο της αμαρτίας.
Τα μάτια μου δακρύζουν στη θέα της Αλάσκας. "



15.5.10

Όχι πια λόγια,μόνο μουσική.


So if you please I'll build you a
house underneath the
plantain trees.

And if you please I'll build you
a boat. We can sail the seven
seas.

And if you please I'll take you
out of the atmosphere in a
spaceship.

And if you please I'll take you
out of the atmosphere that I
built. For you.



12.5.10

φριζ.

Έρχεται ο καιρός της αναδρομής και της στάσης, εκεί που είναι σπίτι μου. Άλλαξα πολύ. Το ίδιο κι εσύ. Ο χώρος όμως, είναι ίδιος και το σημείωμά μου είναι ακόμα στην ίδια θέση, όπως και το δικό σου. Πόσο κρύο να κάνει ακόμη και τώρα; Όσο και να'ναι, μπορώ. Σε λίγες μέρες λοιπόν κι η υπόσχεση είναι ανοιχτή,όπως και το εισιτήριο. Και δεν θα το μάθει ποτέ κανείς. Μόνο εγώ, εσύ και το δωμάτιο που κλείνεσαι για ώρες.

20.4.10



Η αλήθεια είναι πως δεν θέλω να ξέρω τίποτα για το πώς ήταν.

Δεν με απασχολεί το πριν.
Δεν με νοιάζει το μετά.
Όχι, πραγματικά. Δεν με νοιάζει.
Είμαι εγώ, δεν σου θυμίζω τίποτα – και έτσι πρέπει.
Είμαι εγώ, δεν μοιάζω με τίποτα που έχεις ζήσει – και έτσι πρέπει.
Είμαι εγώ, είσαι δίπλα μου επειδή ΕΓΩ το θέλω κι όχι επειδή το σύμπαν είναι καλό μαζί σου.
Είμαι εγώ, σήμερα είμαι εδώ κι αύριο είμαι αλλού.
Μπορεί να μην είμαι αυτό που θες, αλλά είμαι αυτό που χρειάζεσαι.



12.4.10

I found Alice.




Να φύγεις,
Να κλείσεις την πόρτα πίσω σου,
Να φύγεις.
[ κι εκεί,εκεί που δεν το περίμενες ποτέ,είδες το φως που σου άρεσε.εκείνο το φουξιοκάτι, το όμορφο και κατάλαβες πως ο προορισμός σου δεν ήταν ποτέ στο τέλος του δρόμου που διάβαινες, μα στο τέλος του δρόμου που παράτησες επειδή δεν είχε φουξιοκάτι φως. ]
Να φύγεις ναι.
Και μόλις φτάσεις στα μισά να κάνεις ένα τσιγάρο και να φυσήξεις πίσω σου τον καπνό για να ξορκίσεις τ’ αφημένα και να μπορέσεις να συνεχίσεις χωρίς αυτά και να μην τα ξαναδείς και να μην σε κουράσουν και να μην τα έχεις ανάγκη και να μην σε κουράσουν και να μην τα ξαναδείς και να τα αφήσεις πίσω σου και να μην σε κουράσουν και να μην σε αγχώνουν και να βλέπεις άλλα χρώματα στον ουρανό και το μπλε να μην είναι μπλε, αλλά ΜΠΛΕ και ο αέρας να μην φυσάει κόντρα και να μην σε κουράσουν και να συνεχίσεις χωρίς αυτά και να μην σε αγχώνουν και μπορέσεις να δεις καθαρά για μια φορά έστω και να μην σε πονάνε και να μην μιλάς γι’ αυτά και να νιώσεις για μια φορά ελεύθερος και να μην φυσάει κόντρα και να μην τα έχεις ανάγκη και να σταματήσεις να φυσάς τον καπνό προς τα πίσω και να μην τα έχεις ανάγκη και να αρχίσεις ξανά και να μην σε αγχώνουν και να διαβάζεις τα βιβλία που αγαπάς και να μην σε νοιάζει και να κοιτάς ψηλά και το μπλε να μην είναι μπλε,αλλά ΜΠΛΕ και να νανανάς ποστίλες και να πετάξεις και το κινητό σου σε μια θάλασσα – η μόνη επαφή που θα έχεις με τη θάλασσα γιατί εγώ μαζί σου δεν έρχομαι,να το ξέρεις – και να μην σε νοιάζει γιατί θα βλέπεις την απόχρωση που θες και η μέρα θα διαρκεί 65 ώρες για να προλαβαίνεις να ακούς όσα θέλεις να ακούσεις και δεν προλαβαίνεις τώρα και δε θα τα ξαναδείς και δε θα’ σαι κουρασμένος και θα φυσάει κόντρα και δε θα σε νοιάζει και θα κόψεις και το κάπνισμα και δε θα σε νοιάζει και θα ξεχάσεις.
[ και μια μέρα, όπως θα περπατάς στον πιο πράσινο δρόμο που θα υπάρχει ανάμεσα στο δεξί και στο αριστερό σου ημισφαίριο, θα διαβάσεις κάποιες γραμμές χαραγμένες πάνω στον κορμό ενός δέντρου: “kai kaneis khpouros den eftyxise sallous kairous”. ]
Να φύγεις.

3.4.10

χαράματα ήταν,ναι.

Κι αυτή την τελευταία στιγμή που προσπάθησα να ξεκουράσω τα ακροδάχτυλά μου πάνω στο κορμί σου, εσύ έβραζες από άρνηση και η ψυχή σου ορμούσε σ’όσες λέξεις κι αν έφτυνα. Εξηγήσεις δεν ζήτησα ποτέ μιας και δεν τις ήθελα πραγματικά. ...Ύστερα ηρεμείς, πέφτεις και κοιμάσαι δίπλα μου, χαμογελάς γαλήνια και μιλάς στον ύπνο σου για ανθρώπους που ποτέ δεν υπήρξαν – μα ακόμη και να υπάρξουν, δεν θα έχεις το κουράγιο και τα μάτια να τους δεις, θα είσαι αρκετά απασχολημένη με το να κοιτάζεις τα χέρια σου και να προσπαθείς να ξεχωρίσεις το κόκκινο απ’το λευκό. Σ’αυτήν την προσπάθειά σου, δεν θα λάβω καμιά συμμετοχή, το υπόσχομαι. Θα στέκομαι στην άκρη, στη γωνιά μου, εκεί που πάντα με έβαζες και που έμαθα να ζω, θα σε κοιτάζω και θα μιλάω για όλους αυτούς που δεν μπόρεσες ποτέ σου να δεις και να αγαπήσεις. Θα ακούω όσα ακούς στο κεφάλι σου και θα μπορώ να σχολιάσω όλα όσα εσύ δεν ένιωσες ποτέ. Παράξενα θα είναι, δε λέω...

μάλλον έχει και συνέχεια,μα κάτι δεν μου κάθεται καλά στην όλη ιστορία.

28.3.10

Όσο κι αν θέλω να σε δω, δεν θέλω να'σαι εδώ.
Πειράζει;

27.3.10

υπό arcade.

Να κοιμηθώ. Να φάω. Να κοιμηθώ,ναι. Να κόψω το τσιγάρο. Να κοιμηθώ. Να κόψω το αλκοόλ. Κι αν το κόψω δηλαδή,θα αλλάξει κάτι; Και το μπουκαλάκι που έχω μες στην τσάντα μου τι θα γίνει δηλαδή; Από κατάχρηση θα πάω εγώ,στο είχα πει. Δεν ξέρω από ποια (από όλες αυτές που κάνω παρέα τελευταία) μα από κατάχρηση θα πάω σίγουρα σου λέω. Ναι,να κόψω το τσιγάρο. Προσπαθώ από τότε που το άρχισα,οκ; Ανεπιτυχώς μεν,αλλά. Θα το κόψω,θέλω να το κόψω. Έχει αρχίσει να με βαράει και το ούζο και είναι ακόμα νωρίς. Τελειώσανε και τα χαρτάκια γαμώ. Α4 δεν ξανακάνω,δε θα’θελα, αυτά τα έκανα στας τσεχίας που για να βρεις περίπτερο με ανθρώπινα χαρτάκια έπρεπε να στήσεις κώλο στην καρολογέφυρα. Ναι. Και πρέπει να ετοιμαστώ εγώ τώρα ε; ας ετοιμαστώ ναι. Και μια χαρά θα είμαι και η παράκρουση θα φύγει,υπόσχομαι. και θα το κόψω το τσιγάρο. Και το αλκοόλ. Κάποια στιγμή. Ναι. Καλές οι καταχρήσεις,όχι,ναι.

17.2.10

Ο Κάφκας.


_____________ says (11:14 μμ):
*den to xerw
*to pistevw
*apo pou?
*oti rixneis sto pigadi dinei geysi sto nero

_____________ says (11:15 μμ):
*den fenete alla einai ekei
*den to vlepeis alla exeis tin geysi tou

11.2.10

5:23. Το κουτί άνοιξε.

...Και καθώς είσαι με τα βιβλία στο χέρι, το εμπιθρί στ'αυτιά και 280 σκέψεις στο κεφάλι (γιατί είπαμε, μεγαλώνεις και φαίνεται από το πόσες στροφές βαράει το ρημάδι σου το δευτερόλεπτο) κοιτάζεις έξω από το παράθυρο και συνειδητοποιείς πως βρίσκεσαι μέσα σ’ένα τεράστιο κουτί.
____ Κουτί, ναι. ___ 
Στην αρχή δεν το πίστευα, αλλά έτσι είναι τελικά.
____ Η τραγικότητα της κατάστασης είναι η εξής: Οι πόλεις μας είναι οι αποθήκες μας και μέσα τους έχουμε πεταμένα χιλιάδες κουτιά. Παλιά, καινούρια, με ζωγραφιές, χωρίς ζωγραφιές, με πολλά ή λίγα ανοίγματα.. Ζούμε σε κουτιά. Κοιμόμαστε σε κουτιά. Ξυπνάμε σε κουτιά.
_______ ­Ταξιδεύουμε μέσα σε κουτιά με προορισμό άλλα κουτιά. Αυτά είναι τα λεγόμενα Κουτιά Μαζικής Μεταφοράς. Στριμωχνόμαστε οικειοθελώς εκεί μέσα καθημερινά με σκοπό να πάμε στο κουτί της δουλειάς μας, στο κουτί του γκόμενού μας, στο άλλο το μουσικό κουτί που θα μας διασκεδάσει… Και όλα αυτά δίπλα σε ανθρώπους που στην ουσία αναπνέουμε ό,τι εκπνέουν μα δεν θα μάθουμε ποτέ ούτε το όνομά τους, ούτε που στο διάολο πάνε ούτε τι κάνουν στη ζωή τους, ούτε αν στην τελική θέλουν να ζουν ή όχι. Βέβαια, το πιο τραγικό είναι ότι πληρώνουμε για να ζήσουμε τη μιζέρια των Κουτιών Μαζικής Μεταφοράς και οι φοιτητές έχουν κάρτα η οποία τους προσφέρει έκπτωση στη μιζέρια τούτη.
Ζούμε σε κουτιά. Κοιμόμαστε σε κουτιά. Ξυπνάμε σε κουτιά. Κάνουμε έρωτα μέσα σε κουτιά. Κλείνουμε τις ζωές μας μέσα σε κουτιά. Κάνουμε έρωτα μέσα σε κουτιά! Προσπαθούμε να νιώσουμε ασφάλεια μέσα σ’αυτά και οτιδήποτε γίνεται έξω από αυτά θεωρείται ανάρμοστο και κακό. Η ζωή μας το κουτί μας, γιατί;
_____ Ύστερα όταν μεγαλώσουμε και γίνουμε όλα αυτά που φοβόμασταν πως θα γίνουμε, ψάχνουμε να βρούμε το καλύτερο και μεγαλύτερο κουτί που θα «στεγάσει» τη ζωή μας, τα παιδιά μας, τα υλικά μας αγαθά… Μετά τα παιδιά μας μεγαλώνουν και έχουν όνειρο να βρούν ένα καλύτερο κουτί από αυτό που μεγάλωσαν για να δείξουν πως δεν γίνανε όλα αυτά που φοβόνταν.. 
_______ Ζούμε με το φόβο μήπως και δεν μπορέσουμε να αποπληρώσουμε το κουτί μας, μήπως κάποιος μας κλέψει το κουτί μας, μήπως πιάσουμε το γκόμενο μας να γαμιέται με άλλη μέσα στο ίδιο μας το κουτί! 
______ Και όσο μένουμε μέσα σ’αυτά τα κουτιά σκεφτόμαστε, δε σκεφτόμαστε; Και οι σκέψεις μας γεμίζουν το χώρο. Φαντάσου ένα λεωφορείο και ο καθένας να σκέφτεται ένα πράγμα… Ξαφνικά η οροφή γεμίζει με σκόρπιες σκέψεις, ο χώρος αρχίζει να μυρίζει παράξενα και στο τέλος δεν μπορείς ούτε ανάσα να πάρεις γιατί πνίγεσαι – μεγαλώνεις, το ξέχασες; _____ Μήπως γι’αυτό τελικά στα αγγλικά η λέξη ΄box’ έχει τόσες σημασίες; Ίσως να ταυτίζονται όλες αυτές οι σημασίες τελικά. Ίσως ναι, να παλεύεις με σένα μέσα στο κουτί σου για να βγεί κάποιος κερδισμένος. Να παλεύεις με τις σκέψεις σου για να βγεις χαμένος.. ________ Φρικάρω. ___ Ωστόσο, η κατάσταση συνεχίζει να μου φαίνεται έτσι - και περισσότερο «έτσι» μη σου πω - όσο περνάει κι ο καιρός… Φυσικά και δεν φταίει μόνο ένας, αλλά όλοι, αλλά εκτός κουτιού μπάζει και έχουμε γίνει όλοι τραγικά επιρρεπής στις ιώσεις και τα συναφή.






Και τα σύνορα είναι ο χώρος που σε τυλίγουνε.
- Για δωράκι;
- Ναι, φυσικά. Εμπριμέ κορδέλα θέλω παρακαλώ..
- Καρτούλα αλλαγής βάζω;
- Καλέ όχι, το βόλεμα είναι καλό. Που να τρέχω για αλλαγές τώρα..



P.s: Έχω χάσει κάθε λυρισμό που (δεν) είχα. Άκρη δεν βγάζω. Οι Tindersticks μ’αρέσουν ξανά. Πάω για ύπνο.